Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Ανδρέου, Απολογία Διανοουμένου του Παρόντος

Και να - ιδού εγώ
(Ένα παιδί της επαρχίας
Προθέσεων αγαθών)
Το φορτίο των Ελληνικών στη ράχη ζαλωμένος
(Τον Όμηρο κι όλους τους από' κει και δώθε
Ίσαμε τον σακατεμένο ενεστώτα)
Βαρυγκωμώ
(Γαμώ την τύχη μου, το σόι, την πουτάνα μου)
Περίλυπος - που αλλιώς επιθυμούσα να ταχθώ
Στο άλλοτε λαμπρό μα πλέον άθλιο στράτευμα
Ιδού, εγώ
Ο λόγιος, ο δοκησίσοφος, ο σπουδαρχίδης
(Σαμάρι τα Ελληνικά τα Γράμματα στην πλάτη μου)
Ανέστιος
Γραφέας του συρμού ουτιδανός
Που τυραννάει τες λέξεις
Ενώ νομίζει (ο δυστυχής) πως κατακτά
Τα υψηλά νοήματα, τον Παρνασσό

Α φίλτατε - η Πρέβεζα, τι πόλη ωραία, πόσο γραφική
Την έστησε στα ένδεκα ο πυροβολισμός
Έπεσε ο Κώστας Καρυωτάκης

Κι απόμεινα εγώ (αν είναι δυνατόν)
Να λειτουργώ την ετοιμόρροπη εκκλησία

Αποκλεισμένος μ' έναν - δυο της φύρας μου
Στο συλημένο ιερό
Κι όλο χιονίζει
Όλο σιμώνουν οι εχθροί
Όλο και πιο κοντά ακούμε τα κανόνια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου